
Η πλάνη της συμβατικής εξάντλησης και η γνωσιακή παράλυση
Η διαδεδομένη στην κοινή γνώμη υπόθεση ότι «ο πόλεμος θα τελειώσει όταν εξαντληθούν τα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών», σχετικά με την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του συνασπισμού ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, παρουσιάζει σοβαρό αναλυτικό κενό από τη σκοπιά της ασφάλειας και των πληροφοριών. Η προσέγγιση αυτή περιορίζει λανθασμένα το ιρανικό πολεμικό δόγμα στη συμβατική ισχύ πυρός. Η τακτική πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει, ωστόσο, ότι η ποσοτική μείωση της πυραυλικής ικανότητας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη παράδοσης ή μηδενισμού των δυνατοτήτων. Αντιθέτως, μπορεί να πυροδοτήσει μετάβαση από τη φάση κινητικής φθοράς, που στηρίζεται σε έντονη συμβατική ισχύ πυρός, σε μια πιο διάσπαρτη φάση ασύμμετρου και ανορθόδοξου πολέμου, δυσκολότερη στην πρόβλεψη και στον έλεγχο.
Η επίθεση των πρώτων ημερών του πολέμου σε συνάντηση των ανώτατων κρατικών στελεχών μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση αποκεφαλισμού, με στόχο αυτό που η κλασική Δυτική στρατιωτική σκέψη ονομάζει «γνωσιακή παράλυση». Οι εξελίξεις στο πεδίο, όμως, δείχνουν διαφορετική εικόνα. Έχοντας προετοιμαστεί για παρόμοιο σενάριο μετά τις προηγούμενες συγκρούσεις, το Ιράν φαίνεται ότι έχει ενσωματώσει στο δόγμα του τη μείωση της επίδρασης του πρώτου καταστροφικού πλήγματος μέσω εφεδρικών δομών διοίκησης και ελέγχου. Σύμφωνα με τη «μωσαϊκή άμυνα» του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), έχει δημιουργηθεί δομή στην οποία οι τοπικές μονάδες, οργανωμένες σε επίπεδο επαρχίας, μπορούν να δρουν ανεξάρτητα βάσει προκαθορισμένων κανόνων εμπλοκής ακόμη και αν διακοπεί η επικοινωνία με το κέντρο.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το Ιράν, παρότι στοχοποιήθηκε το κέντρο του, αντί να οδηγείται σε επιχειρησιακή παράλυση, επιδεικνύει ευελιξία που θα μπορούσε να διευρύνει τη γεωγραφική έκταση της σύγκρουσης. Η αποκεντρωμένη δομή ανέδειξε την ικανότητά του να εξαπλώνει οριζόντια τον πόλεμο προς τον Κόλπο και τις παγκόσμιες οδούς μεταφοράς ενέργειας, αντί να τον περιορίζει σε στενό μέτωπο. Έτσι, η μείωση της συμβατικής ισχύος κρούσης, αντί να εξουδετερώνει πλήρως το Ιράν, το ωθεί να μετατρέπει τα περιορισμένα κινητικά μέσα του σε εργαλείο πίεσης σε πολλαπλά πεδία. Αυτό μπορεί να επιφέρει πιο απρόβλεπτες συνέπειες για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας στα επόμενα στάδια της σύγκρουσης.
Η ανάθεση δυνατοτήτων και η ισραηλινή στρατηγική παράλυσης σε δύο άξονες (dual-track)
Η μεγάλη έκταση του Ιράν δυσκολεύει την ισραηλινή αεροπορία να διεξαγάγει συνολική επιχείρηση σε όλη τη χώρα. Γι’ αυτό ενεργοποιήθηκε το οπλοστάσιο της αμερικανικής αεροπορίας. Έτσι, η πιο κρίσιμη διάσταση του «αποκεφαλισμού» (decapitation) πραγματοποιείται από την Ουάσιγκτον με βομβαρδιστικά B-2 και πυρομαχικά διάτρησης οχυρωμένων καταφυγίων, όπως τα GBU-57 MOP, πλήττοντας σύνολα στόχων διασκορπισμένων σε μεγάλη γεωγραφική έκταση.
Η εικόνα δείχνει ότι έχει διαμορφωθεί στην πράξη κατανομή ρόλων μέσα στην επιχείρηση. Ενώ η Ουάσιγκτον στοχεύει στρατηγικά κέντρα διοίκησης και ισχυρά προστατευμένες εγκαταστάσεις, το Τελ Αβίβ επιχειρεί εναντίον του ευρύτερου συνόλου στόχων σύμφωνα με τις δικές του προτεραιότητες ασφαλείας. Οι επιθέσεις στις πετρελαϊκές υποδομές και στα διυλιστήρια του Ιράν στην Τεχεράνη και σε άλλες πόλεις αποτέλεσαν ένα από τα πιο εμφανή παραδείγματα αυτής της διαφοροποίησης. Οι επικρίσεις που ακούστηκαν εντός των ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις ανέδειξαν κάποια ένταση μεταξύ των δύο συμμάχων ως προς τις επιχειρησιακές προτεραιότητες.
Με άλλα λόγια, η επιμονή του Ισραήλ να στοχεύει τις ενεργειακές υποδομές του Ιράν, παρά τις αμερικανικές ευαισθησίες για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και τις πιθανές εκτινάξεις των τιμών του πετρελαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς τακτική απόκλιση. Παραπέμπει περισσότερο σε συνειδητή στρατηγική δύο στόχων (dual-track strategy). Αν και το ιδανικό αποτέλεσμα για το Τελ Αβίβ θα ήταν η πλήρης κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, φαίνεται ότι ο πιο ρεαλιστικός στόχος είναι η παράλυση της κρατικής ικανότητας του Ιράν.
Η εντατική στοχοποίηση ενεργειακών υποδομών, δικτύων επικοινωνίας και μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας αποσκοπεί περισσότερο στη διάβρωση της κρατικής ικανότητας εκ των έσω παρά σε φυσική κατοχή. Ένα Ιράν με σοβαρά πληγμένες υποδομές, αποδυναμωμένο μηχανισμό ασφαλείας και πιεσμένη καθημερινή διοικητική ικανότητα θα δυσκολεύεται εξαιρετικά να προβάλλει ισχύ σε περιφερειακό επίπεδο. Επομένως, η στρατηγική προσέγγιση του Ισραήλ φαίνεται να επιδιώκει, αντί για άμεση κατοχή, τη μετατροπή του Ιράν σε δρώντα αναγκασμένο να επικεντρώνεται στα εσωτερικά του προβλήματα, με περιορισμένη περιφερειακή επιρροή.
Η διάρρηξη της εσωτερικής ασφάλειας και η παγίδα της εφοδιαστικής
Δεν είναι τυχαία η μετατόπιση των στόχων προς τους μηχανισμούς εσωτερικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης στα επόμενα στάδια της επιχείρησης. Σε πολλές τοποθεσίες της χώρας, ιδίως στο δυτικό Ιράν, στοχοποιήθηκαν εντατικά βάσεις των Φρουρών, κέντρα του Υπουργείου Πληροφοριών και, κυρίως, στρατηγεία της Μπασίτζ. Η λογική αυτής της στοχοποίησης παραπέμπει σε συνειδητή στρατηγική αποδυνάμωσης της ικανότητας του καθεστώτος να καταστείλει πιθανή λαϊκή εξέγερση και να διατηρήσει τον κοινωνικό έλεγχο. Ωστόσο, η απουσία κοινωνικού κινήματος της έκτασης που προέβλεπαν οι ΗΠΑ και τα περιορισμένα αποτελέσματα των προσπαθειών εμπλοκής κουρδικών ομάδων υποδηλώνουν ότι ορισμένες στρατηγικές παραδοχές της Ουάσιγκτον δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα του πεδίου. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να παραγνωριστεί το ενδεχόμενο η καταστροφή των υποδομών ασφαλείας και ελέγχου να επηρεάσει τις μελλοντικές εσωτερικές πολιτικές δυναμικές του Ιράν.
Η διεύρυνση των στόχων προς τις ενεργειακές υποδομές τις επόμενες ημέρες δείχνει ότι η σύγκρουση μετατράπηκε και σε δοκιμασία ανθεκτικότητας και εφοδιαστικής ικανότητας. Απέναντι στην ισραηλινή στοχοποίηση της εσωτερικής εφοδιαστικής και των ενεργειακών υποδομών του, η Τεχεράνη απάντησε μεταφέροντας το κόστος στην παγκόσμια οικονομία, αντί να κρατήσει τη σύγκρουση εντός των συνόρων της. Η ουσιαστική διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τα μηνύματα ότι θα μπορούσαν να πληγούν περιφερειακές ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτυπώνουν τη βούληση ενός δρώντα με πιεσμένη συμβατική ικανότητα να χρησιμοποιήσει ασύμμετρα μέσα πίεσης ως παράγοντα παγκόσμιας κλιμάκωσης. Αυτή η δυναμική θέτει το ενδεχόμενο και άλλα κρίσιμα θαλάσσια περάσματα, όπως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, να βρεθούν σε πιο ασταθές περιβάλλον ασφαλείας στα επόμενα στάδια της σύγκρουσης.
Υπόγεια αναδίπλωση και ελεγχόμενη κλιμάκωση
Η σταδιακή μετατροπή της ισχύος πυρός υψηλής έντασης της αρχικής φάσης σε πόλεμο φθοράς χαμηλότερου ρυθμού συνδέεται περισσότερο με τις δογματικές πραγματικότητες του πεδίου παρά με την επιχειρησιακή κόπωση των δυνάμεων του συνασπισμού. Βασική αιτία αυτής της αλλαγής ρυθμού είναι ότι οι στόχοι υψηλής αξίας (High-Value Targets/HVT), όπως οι σταθεροί σταθμοί ραντάρ, οι μεγάλες αεροπορικές βάσεις και τα κέντρα διοίκησης, που βρίσκονταν επί μακρόν στη βάση πληροφοριών του συνασπισμού, επλήγησαν σε μεγάλο βαθμό τις πρώτες ημέρες. Η εξουδετέρωση των στατικών στόχων μετέφερε φυσιολογικά την επιχείρηση σε πιο σύνθετη φάση. Εκεί κυριαρχεί η δυναμική στοχοποίηση, που απαιτεί τον εντοπισμό κρυμμένων και κινητών μέσων.
Την ίδια περίοδο, η συστηματική στοχοποίηση όχι μόνο των αποθεμάτων πυρομαχικών αλλά και των κινητών οχημάτων μεταφοράς, ανύψωσης και εκτόξευσης του Ιράν (Transporter Erector Launcher/TEL) περιόρισε αισθητά τον ημερήσιο όγκο ομοβροντιών και την άμεση δυνατότητα εκτόξευσης της Τεχεράνης. Η εξέλιξη αυτή επέφερε μείωση του ρυθμού της σύγκρουσης και για τις δύο πλευρές, υπό το βάρος στρατιωτικών αναγκαιοτήτων.
Παράλληλα, η μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων έγινε αναπόφευκτη. Κανένας σύγχρονος στρατός δεν μπορεί να διατηρεί επί μήνες στο ίδιο επίπεδο την έντονη ισχύ πυρός των πρώτων ημερών. Διαδικασίες όπως η επαναφόρτωση πυρομαχικών, η συντήρηση και ο ανεφοδιασμός των πλατφορμών γίνονται σοβαρό υλικοτεχνικό βάρος υπό την πίεση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και μαχητικών που επιχειρούν διαρκώς.
Η μεταβολή αυτή μπορεί επίσης να θεωρηθεί συνειδητή επιλογή των πλευρών στο πλαίσιο ελέγχου της κλιμάκωσης. Η επιδίωξη γρήγορου στρατιωτικού αποτελέσματος έδωσε τη θέση της σε πιο μακρόχρονη αναμέτρηση, με στόχο την αμοιβαία φθορά με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτή τη φάση, η δυναμική της σύγκρουσης φαίνεται να έχει μεταβεί από την αρχική υψηλή ένταση σε μια πιο υπολογισμένη και σταδιακή στρατηγική φθοράς.
Η προβολή της κινητικής εξάντλησης: «Ο ρυθμός πέφτει, αλλά ο πόλεμος δεν τελειώνει»
Οι πυραυλικές ομοβροντίες, τα σμήνη μη επανδρωμένων αεροσκαφών αυτοκτονίας και οι κινητικές συγκρούσεις υψηλής έντασης συνεχίζονται, έστω όχι στο επίπεδο των πρώτων ημερών. Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα που ακούγεται όλο και συχνότερα διεθνώς —«Τι θα κάνει το Ιράν όταν τελειώσουν αυτά τα αποθέματα; Θα παραδοθεί;»— βασίζεται σε παραδοχή που δεν κατανοεί σωστά τη λογική του ασύμμετρου πολέμου. Η μείωση των συμβατικών πυρομαχικών και η απώλεια πλατφορμών εκτόξευσης δεν σημαίνουν τέλος του πολέμου. Μειώνουν μόνο τον ρυθμό και την καθημερινή κινητική ένταση της σύγκρουσης. Το στρατηγικό αντανακλαστικό ενός κράτους με βαριά κατεστραμμένες ενεργειακές υποδομές, πληγμένα διυλιστήρια και σοβαρά διαταραγμένη καθημερινότητα είναι συχνά, αντί για παράδοση, η ασύμμετρη ριζοσπαστικοποίηση: χαμηλότερου κόστους αλλά υψηλότερου κινδύνου.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθώς μειώνονται τα αποθέματα πυρομαχικών του Ιράν, θα μπορούσε να αναμένεται μετατόπιση από τη λογική των μαζικών ομοβροντιών σε πιο επιλεκτικό και μακρόχρονο ασύμμετρο αγώνα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ξεχωρίζουν τρεις βασικές στρατιωτικές επιλογές για την Τεχεράνη. Πρώτον, διεύρυνση του πεδίου της σύγκρουσης μέσω δρώντων που ενεργούν ως πληρεξούσιοι και άσκηση πίεσης από διαφορετικά μέτωπα. Δεύτερον, αύξηση της πίεσης στο θαλάσσιο εμπόριο και στις ενεργειακές οδούς του Κόλπου, δημιουργώντας οικονομικό και πολιτικό κόστος. Τρίτον, διαφύλαξη των πιο προηγμένων πυραυλικών δυνατοτήτων για στόχους υψηλού στρατηγικού αντίκτυπου, με αραιότερη χρήση τους, αντί για εξάντλησή τους σε καθημερινές τακτικές επιθέσεις. Ιδίως για δρώντες στους οποίους απομένουν όλο και λιγότερα να χάσουν, η στρατηγική επιβολής κόστους μπορεί να βασιστεί σε πιο επιλεκτικές αλλά και πιο ανατρεπτικές κινήσεις. Αυτό δείχνει ότι στα επόμενα στάδια η στρατιωτική ένταση μπορεί να μειώνεται, ενώ το επίπεδο στρατηγικού κινδύνου να αυξάνεται.
Τα δευτερεύοντα μέτωπα στο προσκήνιο και ο παγκόσμιος εκβιασμός
Ο ταχύτερος τρόπος αντιστάθμισης της πτώσης του ρυθμού στο κεντρικό πεδίο είναι η γεωγραφική διεύρυνση του πολέμου και η μεταφορά του σε περιφερειακά κομβικά περάσματα (chokepoints). Αυτή η οριζόντια κλιμάκωση είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα διάχυσης του κόστους σε ευρύτερο διεθνή κύκλο για έναν δρώντα του οποίου η συμβατική ισχύς πυρός μειώνεται. Αυτό θα είναι και το βασικό αντανακλαστικό της Τεχεράνης. Όταν δεν μπορεί να εξισορροπήσει τη στρατιωτική πίεση στο άμεσο μέτωπο, θα μεταφέρει την επιβολή κόστους στην περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα.
Σε αυτή τη φάση είναι πιθανή η επανενεργοποίηση δρώντων που συνδέονται με το Ιράν, όπως η Χεζμπολάχ, οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (Χασντ αλ Σάαμπι) και οι Χούθι, παρότι έως το 2026 έχουν δεχθεί σοβαρά πλήγματα και έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά. Η ενεργότερη συμμετοχή τους στο πεδίο θα μπορούσε να διευρύνει την περιφερειακή αστάθεια. Ιδίως αν οι έμπρακτες παρεμβάσεις των Χούθι στα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ συνδυαστούν ταυτόχρονα με την πίεση που θα μπορούσαν να ασκήσουν γύρω από τα Στενά του Ορμούζ τα ιρανικά ναυτικά μέσα, οι κινητές παράκτιες συστοιχίες και η δυνατότητα ναρκοθέτησης, ο κίνδυνος που θα προκύψει θα μπορούσε να επηρεάσει, πέρα από τους στρατιωτικούς δρώντες, και την παγκόσμια ροή ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Επομένως, η μείωση του ρυθμού του πολέμου δεν σημαίνει αποκλιμάκωση της έντασης στο πεδίο. Η σύγκρουση μπορεί να συνεχιστεί με διαφορετικά μέσα καθώς μειώνονται οι συμβατικές πυραυλικές ομοβροντίες. Η αύξηση των κινδύνων ασφαλείας, ιδίως σε κρίσιμα περάσματα όπως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ και το Ορμούζ, μπορεί να σημαίνει τη μετατροπή τους σε μέσα γεωπολιτικής πίεσης. Στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να διαβαστεί και το μήνυμα της Τεχεράνης: όταν οι κρίσιμες εσωτερικές υποδομές υφίστανται βαριά πίεση, η περιφερειακή οικονομική τάξη μπορεί να αποσταθεροποιηθεί στον ίδιο βαθμό.
Συνεπώς, η μείωση της πυραυλικής ικανότητας δείχνει ότι η σύγκρουση αλλάζει μορφή, όχι ότι ο πόλεμος τελειώνει. Αυτό το νέο στάδιο, στο οποίο μειώνονται η συμβατική ένταση και ο ρυθμός των βομβαρδισμών του συνασπισμού και το κόστος διαχέεται σε ευρύτερο χώρο, παραπέμπει σε φάση χαμηλότερης έντασης αλλά υψηλότερου κινδύνου. Σε αυτή τη φάση, η σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί περισσότερο μέσω περιφερειακών δικτύων παρά κατά μήκος της γραμμής του μετώπου και η τάση οριζόντιας εξάπλωσης που παρατηρείται από την αρχή του πολέμου μπορεί να γίνει εντονότερη.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στις 14 Μαρτίου 2026 στο Κέντρο Ιρανικών Σπουδών (İRAM).
