
Το μέλλον του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ διαμορφώνεται περισσότερο από τις εσωτερικές ισορροπίες στην Τεχεράνη παρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το πλαίσιο των 14 σημείων που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 2026 παρέπεμψε βασικά ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και οι περιφερειακοί παράγοντες, σε ένα χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων 60 ημερών. Η αναβολή αυτή μετέτρεψε το μνημόνιο από τεχνικό κείμενο σε κεντρικό ζήτημα της εσωτερικής πολιτικής του Ιράν. Κάθε θέμα που αναβλήθηκε αντιστοιχεί, άλλωστε, στις κόκκινες γραμμές διαφορετικών κέντρων ισχύος στην Τεχεράνη.
Το μνημόνιο προσφέρει στην Τεχεράνη το περιθώριο ανάσας που επιζητεί βραχυπρόθεσμα. Η άρση του ναυτικού αποκλεισμού εντός 30 ημερών, η αναστολή των πετρελαϊκών κυρώσεων για 60 ημέρες και το ταμείο ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχουν ζωτική σημασία για την οικονομία που έχει εξαντλήσει ο πόλεμος. Σε αντάλλαγμα, το κείμενο προβλέπει το πάγωμα του πυρηνικού προγράμματος στο σημερινό επίπεδο και τη διατήρηση των Στενών του Ορμούζ ανοιχτών στη διεθνή ναυσιπλοΐα για 60 ημέρες. Κατά τους αντιπάλους του μνημονίου, όμως, το Ιράν έχει δεσμευτεί να δώσει αμέσως, αφήνοντας όσα πρόκειται να λάβει για αργότερα.
Στο επίκεντρο της αντίδρασης βρίσκεται το Μέτωπο Παγινταρί. Η οργάνωση αυτή, τα μέλη της οποίας αποκαλούνται στον ιρανικό Τύπο «υπερεπαναστάτες», ιδρύθηκε το 2011 από μαθητές του αγιατολάχ Μεσμπάχ Γιαζντί και σήμερα δρα υπό την πνευματική καθοδήγηση του αγιατολάχ Μεχντί Μιρμπαγκερί. Το πολιτικό πρόσωπο του Μετώπου είναι ο Σαΐντ Τζαλιλί, που έλαβε 13 εκατομμύρια ψήφους στις προεδρικές εκλογές του 2024. Στο Κοινοβούλιο, πρόσωπα όπως ο Μαχμούντ Ναμπαβιάν, ο Αμίρ Χοσεΐν Σαμπετί και ο Χαμίντ Ρασαΐ αναλαμβάνουν να εκφράσουν αυτή τη γραμμή. Επομένως, πρόκειται για έναν ισχυρό πόλο αντίστασης οργανωμένο μέσα στον κρατικό μηχανισμό και όχι για ένα περιθωριακό κίνημα διαμαρτυρίας. Μάλιστα, λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση του μνημονίου κυκλοφόρησαν ισχυρισμοί ότι ο Τζαλιλί είχε παραγκωνιστεί από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, χωρίς ωστόσο να έχουν επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα. Ακόμη και η δημόσια εμφάνιση μιας τέτοιας συζήτησης δείχνει πόσο έχουν οξυνθεί οι σχέσεις μεταξύ του Μετώπου και του κρατικού κέντρου.
Οι ενστάσεις των αντιπάλων του μνημονίου εκδηλώνονται σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι το τεχνικό. Ο Ναμπαβιάν, που συμμετείχε στην αντιπροσωπεία του Ισλαμαμπάντ, χαρακτήρισε τη διαπραγμάτευση του πυρηνικού προγράμματος «στρατηγικό λάθος» και την ενδεχόμενη συμφωνία «απόλυτη ζημία». Ο Σαμπετί, από την πλευρά του, θεωρεί το μνημόνιο «βεβιασμένο και αδύναμο» και υποστηρίζει ότι παραβιάζονται οι κόκκινες γραμμές. Το δεύτερο είναι το ιδεολογικό επίπεδο. Ενώ η εφημερίδα Kayhan παρουσιάζει το κείμενο του μνημονίου ως «διπλωματική παράδοση στον Μεγάλο Σατανά», η ανακοίνωση του Μετώπου της 20ής Ιουνίου ορίζει την αντίδραση ως «θρησκευτικό και επαναστατικό καθήκον». Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι, σε περίπτωση παραβίασης του μνημονίου, η άμεση αποχώρηση αποτελεί τη μόνη επιλογή. Το τρίτο και αποτελεσματικότερο επίπεδο είναι η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης.
Στο επίκεντρο αυτού του επιπέδου βρίσκεται η ρητορική για «το αίμα του Ηγέτη της Επανάστασης Αλί Χαμενεΐ», που δολοφονήθηκε. Το σύνθημα «Και τι θα γίνει με το αίμα του Ηγέτη μου;», το οποίο ακούστηκε στις διαδηλώσεις μπροστά στο Υπουργείο Εξωτερικών, δείχνει ότι η αντίδραση μεταφέρεται από το τεχνικό στο ηθικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, η διαπραγμάτευση δεν αντιμετωπίζεται ως κλείσιμο του απολογισμού του πολέμου, αλλά ως «προδοσία του μαρτυρικού Ηγέτη». Η ρητορική αυτή περιορίζει τα περιθώρια δράσης της διαπραγματευτικής αντιπροσωπείας πολύ περισσότερο από τις τεχνικές ενστάσεις. Οι αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, το αίμα όμως όχι. Στις 11 Ιουλίου η ρητορική αυτή απέκτησε νέα διάσταση. Σε γραπτό μήνυμά του, ο νέος Ηγέτης της Επανάστασης Μοτζταμπά Χαμενεΐ όρισε την εκδίκηση ως «βούληση του έθνους» και ανακοίνωσε ότι αυτή θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε σύντομα. Μετά το μήνυμα άρχισε στα κρατικά μέσα ενημέρωσης μια εκτεταμένη εκστρατεία με θέμα ότι το αίμα του μαρτυρικού Ηγέτη δεν θα μείνει αδικαίωτο. Έτσι, το θέμα του «αίματος», το οποίο οι αντίπαλοι καλλιεργούσαν επί μήνες, ενσωματώθηκε και στην επίσημη ρητορική του θεσμού της Ηγεσίας.
Διευρύνονται επίσης οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το Μέτωπο. Αναφέρεται ότι επτά βουλευτές αρνήθηκαν να υπογράψουν την ανακοίνωση υποστήριξης προς τη διαπραγματευτική αντιπροσωπεία. Οι νομοθετικές προτάσεις για τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ αποσκοπούν στον περιορισμό της νομικής βάσης του μνημονίου. Παράλληλα, 66 μέλη της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων εξέδωσαν ανακοίνωση που χαρακτήριζε τη διάταξη για τα Στενά «στρατηγικό λάθος» και στρεφόταν ευθέως κατά του Τραμπ και του Νετανιάχου. Στο μέτωπο των μέσων ενημέρωσης, η Kayhan και το Raja News, μαζί με τα ειδησεογραφικά πρακτορεία που πρόσκεινται στους Φρουρούς της Επανάστασης, διατηρούν τη σκληρή εκδοτική γραμμή τους. Στους δρόμους ξεχωρίζουν οι νυχτερινές διαδηλώσεις στην Τεχεράνη και οι κινητοποιήσεις στη Μασχάντ κατά του προέδρου του Κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γαλιμπάφ και του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. Η διαρροή λεπτομερειών της συμφωνίας στον Τύπο θεωρείται επίσης μέρος της ίδιας πολιτικής αναμέτρησης.
Από την άλλη πλευρά, ούτε το στρατόπεδο που τάσσεται υπέρ των διαπραγματεύσεων παραμένει σιωπηλό. Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον Τύπο της διασποράς, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Γαλιμπάφ φέρεται να είπε σε κλειστή σύσκεψη με συμβούλους του για τους αντιπάλους ότι «άνθρωποι όπως ο Τζαλιλί θα καταστρέψουν το Ιράν». Ο πολιτικός σύμβουλος του Γαλιμπάφ διέψευσε τον ισχυρισμό και ανέφερε ότι η σύσταση του προέδρου του Κοινοβουλίου συνοψιζόταν σε μία μόνο λέξη: ενότητα. Μολονότι η ακρίβεια της διαρροής αμφισβητείται, η δημόσια στάση του Γαλιμπάφ αναδεικνύει ήδη την απόστασή του από το Μέτωπο. Άλλωστε, η δυσαρέσκεια του Μετώπου απέναντί του δεν είναι νέα. Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν μπορούν να εξουδετερωθούν με στρατιωτικά μέσα, ενώ αντίθετα είναι δυνατές συμφωνίες που θα αποφέρουν οφέλη στο Ιράν. Ο πρόεδρος Πεζεσκιάν έφτασε να απειλήσει με παραίτηση, εν μέσω προειδοποιήσεων ότι, αν συνεχιστεί ο αποκλεισμός, τα αποθέματα τροφίμων και φαρμάκων θα εξαντληθούν έως τα τέλη Αυγούστου. Το ότι ο διοικητής της Δύναμης Κουντς Εσμαΐλ Καανί έκανε την πρώτη του δημόσια παρέμβαση έπειτα από μήνες για να στηρίξει τη διαπραγματευτική αντιπροσωπεία υποδηλώνει ότι και η πραγματιστική πτέρυγα των Φρουρών της Επανάστασης ρίχνει το βάρος της υπέρ της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Ωστόσο, ο παράγοντας που καθορίζει ουσιαστικά την ισορροπία είναι ο Ηγέτης της Επανάστασης Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Η διατύπωση «Είχα διαφορετική άποψη, αλλά επέτρεψα την εφαρμογή» δείχνει ότι ο νέος Ηγέτης οικοδομεί μια σκόπιμη ασάφεια που αφήνει χώρο και στις δύο πλευρές. Αν η διαδικασία επιτύχει, θα μνημονεύεται η άδειά του· αν αποτύχει, η επιφύλαξή του. Η ασάφεια αυτή επιτρέπει στους αντιπάλους να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι «ο Ηγέτης είναι στην πραγματικότητα μαζί μας». Πράγματι, ο Ναμπαβιάν υποστήριξε ότι ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ έθεσε 11 προϋποθέσεις για τις διαπραγματεύσεις και ζήτησε να διακοπούν οι συνομιλίες σε περίπτωση υπέρβασής τους. Η προειδοποίηση προς την κρατική τηλεόραση να μη διαδίδει τις επιφυλάξεις του Ηγέτη δείχνει πόσο ευαίσθητοι είναι αυτοί οι ισχυρισμοί για τη διοίκηση.
Τα μηνύματα του Ηγέτη για εκδίκηση επιτελούν επίσης διπλή λειτουργία από αυτή την άποψη. Από τη μία, ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ υιοθετεί τη ρητορική της εκδίκησης αίματος, ενσωματώνοντας στον δικό του λόγο το ισχυρότερο επιχείρημα των αντιπάλων του· από την άλλη, επιχειρεί να συγκρατήσει την οργή με μηνύματα που υπενθυμίζουν το κάλεσμα του πατέρα του για ενότητα. Έτσι, το αίτημα του δρόμου για «άμεση εκδίκηση» μετατρέπεται σε υπόσχεση της οποίας τον χρόνο υλοποίησης θα καθορίσει ο θεσμός της Ηγεσίας. Αυτή η προσπάθεια εξισορρόπησης έχει και προσωπικό υπόβαθρο. Ο νέος Ηγέτης, γνωστός για την εγγύτητά του στον κύκλο του Μεσμπάχ Γιαζντί κατά τα χρόνια του στην Κομ και, σύμφωνα με αναφορές, αποδέκτης της στήριξης της γραμμής Παγινταρί στη διαδικασία διαδοχής, προέρχεται κατά κάποιον τρόπο από την ίδια την αντιπολίτευση που επιχειρεί να κατευνάσει. Το παρελθόν αυτό του παρέχει σημαντική επιρροή στους αντιπάλους του, ενώ παράλληλα δυσχεραίνει την ανοιχτή σύγκρουση μαζί τους.
Η εικόνα αυτή συνδυάζεται με την ευθραυστότητα της διαδικασίας διαδοχής. Η εξουσία του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ο οποίος, σε αντίθεση με τον πατέρα του, δεν εμφανίζεται δημόσια και μιλά μόνο μέσω γραπτών ανακοινώσεων, δεν έχει ακόμη εδραιωθεί πλήρως. Απέναντι στον νέο Ηγέτη, που αναγκάζεται να αντλεί τη νομιμοποίησή του σε μεγάλο βαθμό από τη στήριξη της επαναστατικής βάσης, αυξάνεται η διαπραγματευτική ισχύς των κύκλων που εκπροσωπεί το Παγινταρί. Ο θάνατος του Αλί Χαμενεΐ άνοιξε ξανά στον αγώνα για την εξουσία έναν πολιτικό χώρο που είχε παγιωθεί επί τριάντα πέντε χρόνια. Ο πόλεμος και το μνημόνιο λειτουργούν επίσης ως μοχλοί σε αυτόν τον ανταγωνισμό επιρροής. Η πτέρυγα Παγινταρί επιδιώκει να συσπειρώσει την επαναστατική βάση μέσω της ρητορικής της εκδίκησης, ενώ η πραγματιστική πτέρυγα προσπαθεί να μετατρέψει μια συμφωνία που θα αναζωογονήσει την οικονομία σε εγγύηση του δικού της πολιτικού βάρους. Επομένως, η διαμάχη γύρω από το μνημόνιο είναι ταυτόχρονα αγώνας για το ποιος θα διαμορφώσει το Ιράν μετά τον Χαμενεΐ. Στόχος των αντιπάλων δεν είναι τόσο να ανατρέψουν το μνημόνιο σήμερα όσο να καλύψουν το κενό ισχύος που σχηματίστηκε γύρω από τον Ηγέτη, καθορίζοντας τους όρους της διαπραγματευτικής διαδικασίας των 60 ημερών.
Η επίδραση της αντιπολίτευσης στη διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι μονοσήμαντη. Η διαπραγματευτική αντιπροσωπεία μπορεί να χρησιμοποιήσει την εσωτερική πίεση ως διαπραγματευτικό χαρτί στο τραπέζι των συνομιλιών. Το ισχυρότερο επιχείρημα που μπορεί να μεταφέρει ο Αραγτσί στην Ουάσιγκτον είναι ότι οι παραχωρήσεις έχουν φτάσει σε σημείο που δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί στην Τεχεράνη. Η Ουάσιγκτον, όμως, διαβάζει διαφορετικά την ίδια κατάσταση. Οι δηλώσεις του Τραμπ για τον διχασμό στο Ιράν παρουσιάζουν την ορατότητα της αντιπολίτευσης ως ένδειξη της ευθραυστότητας της Τεχεράνης. Η αντίληψη αυτή ενθαρρύνει την Ουάσιγκτον να επιβαρύνει τους όρους των διαπραγματεύσεων, ενώ, παραδόξως, η ίδια η ρητορική των αντιπάλων του μνημονίου τροφοδοτεί την εικόνα που επικρίνουν.
Οι επιθέσεις κατά δεξαμενόπλοιων στον Κόλπο από τις αρχές Ιουλίου, τα αμερικανικά πλήγματα σε περισσότερους από ογδόντα στόχους και η δήλωση του Τραμπ στις 8 Ιουλίου ότι το μνημόνιο «τελείωσε» ενισχύουν τη θέση που προβάλλει εδώ και μήνες το Μέτωπο ότι «η Αμερική δεν είναι αξιόπιστη». Εδώ λειτουργεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος. Κάθε κλιμάκωση στο πεδίο ενισχύει τη ρητορική των αντιπάλων· η ενισχυμένη ρητορική περιορίζει το περιθώριο παραχωρήσεων των διαπραγματευτών και το στενότερο περιθώριο ανοίγει τον δρόμο για νέες κλιμακώσεις. Επιπλέον, το Μέτωπο Παγινταρί δεν χρειάζεται να πείσει την κοινή γνώμη για να επιτύχει. Αρκεί να καταστήσει το πολιτικό κόστος των παραχωρήσεων απαγορευτικό για τη διαπραγματευτική αντιπροσωπεία.
Η κατεύθυνση της διαδικασίας τις επόμενες εβδομάδες μπορεί να διαφανεί από τρεις δείκτες. Ο πρώτος είναι η τύχη των νομοθετικών πρωτοβουλιών για το Ορμούζ στο Κοινοβούλιο. Η ψήφιση της πρότασης θα μπορούσε να περιορίσει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί της αντιπροσωπείας εντός των ορίων του εσωτερικού δικαίου. Ο δεύτερος είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Αν η έμφαση στην εκδίκηση υπερισχύσει του καλέσματος για ενότητα, αυτό θα δείχνει ότι η ισορροπία μεταβάλλεται υπέρ των αντιπάλων. Ο τρίτος είναι η κινητικότητα στο πεδίο των δυνάμεων που υπάγονται στους Φρουρούς της Επανάστασης. Ένα νέο περιστατικό στον Κόλπο μπορεί να προσφέρει την αιτιολογία που αναζητούν όσοι επιθυμούν να ανατρέψουν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μολονότι το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ υπογράφηκε στα χαρτιά μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ο πραγματικός καθοριστικός παράγοντας της διαδικασίας είναι η διαπραγμάτευση μεταξύ των κέντρων ισχύος στο Ιράν, η έκβαση της οποίας δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο İRAM στις 13 Ιουλίου 2026.
