
Στις 12 Απριλίου 2026 το γραφείο του πρωθυπουργού του Ισραήλ ανακοίνωσε την έγκριση του διορισμού του υποστράτηγου Ρόμαν Γκόφμαν ως διευθυντή της Μοσάντ. Η Συμβουλευτική Επιτροπή Ανώτερων Διορισμών ενέκρινε τον διορισμό με τρεις ψήφους υπέρ και μία κατά, έπειτα από τετράμηνη διαδικασία αξιολόγησης που είχε ξεκινήσει τον Δεκέμβριο του 2025. Ο Γκόφμαν θα διαδεχθεί στις 2 Ιουνίου 2026 τον Νταβίντ Μπαρνέα, ο οποίος ολοκληρώνει την πενταετή θητεία του.
Η απόφαση αναδεικνύει ταυτόχρονα τρία βασικά στοιχεία. Πρώτον, ξεχωρίζει το γεγονός ότι ο υποψήφιος προέρχεται εκτός της υπηρεσίας. Δεύτερον, έχει σημασία ότι η έγκριση συνέπεσε με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στο Ισλαμαμπάντ στις 10–12 Απριλίου 2026. Τρίτον, το ότι ο Γκόφμαν συγκαταλεγόταν, στις προπολεμικές συσκέψεις σχεδιασμού, σε όσους υποστήριζαν πως το ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε να καταρρεύσει υπό στρατιωτική πίεση φωτίζει το στρατηγικό υπόβαθρο της επιλογής.
Πώς έφτασε ο Γκόφμαν στη θέση του στρατιωτικού γραμματέα;
Ο Γκόφμαν γεννήθηκε το 1976 στην πόλη Μοζίρ της Λευκορωσίας, μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Ισραήλ το 1990 και εγκαταστάθηκε στην Ασντόντ. Ξεκίνησε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία το 1995 στην 188η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία των τεθωρακισμένων δυνάμεων του ισραηλινού στρατού (IDF). Διοίκησε διαδοχικά το 75ο Τάγμα, την Περιφερειακή Ταξιαρχία Ετσιόν, την 7η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, την 210ή Μεραρχία Μπασάν και το Κέντρο Εκπαίδευσης Χερσαίων Δυνάμεων Τσεελίμ. Το πρωί της 7ης Οκτωβρίου 2023, ενώ διοικούσε το Κέντρο Εκπαίδευσης Χερσαίων Δυνάμεων, τραυματίστηκε σοβαρά σε μάχη εκ του συστάδην με επιτιθέμενους της Χαμάς στον κόμβο Σαάρ Χανεγκέβ. Ήταν ο πιο υψηλόβαθμος αξιωματικός του IDF που τραυματίστηκε εκείνη την ημέρα. Τον Μάιο του 2024 προήχθη σε υποστράτηγο και διορίστηκε στρατιωτικός γραμματέας του Νετανιάχου. Στη θέση αυτή συμμετείχε άμεσα στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τα μέτωπα της Γάζας, του Λιβάνου, της Συρίας και του Ιράν. Καθώς μιλά ρωσικά σε επίπεδο μητρικής γλώσσας, εξελίχθηκε σε περιζήτητο και εξέχον πρόσωπο στις σχέσεις του Νετανιάχου με τη Μόσχα.
Πώς διαφοροποιείται ο διορισμός από την παράδοση της Μοσάντ;
Από τους οκτώ τελευταίους διευθυντές της Μοσάντ που υπηρέτησαν από το 1982 και μετά, οι έξι αναδείχθηκαν μέσα από την υπηρεσία, ενώ όλοι όσοι ανέλαβαν την τελευταία δεκαπενταετία προέρχονταν από αυτήν. Ο Γκόφμαν είναι ο τρίτος που σπάει αυτή την παράδοση. Τα προηγούμενα είναι περιορισμένα και οι απολογισμοί τους αντίθετοι. Ο Μέιρ Νταγκάν (2002–2011) αναφέρεται ως μία από τις περιπτώσεις εξωτερικού διορισμού με επιτυχημένη θητεία. Αντιθέτως, ο Ντάνι Γιατόμ υποχρεώθηκε να παραιτηθεί μέσα σε δυόμισι χρόνια, ύστερα από αποτυχημένη επιχείρηση δολοφονίας. Αυτή τη φορά ο παραμερισμός δύο κορυφαίων εσωτερικών υποψηφίων ενίσχυσε την εκτίμηση ότι και οι δύο θα παραιτηθούν μετά την ανάληψη των καθηκόντων.
Μια άλλη διάσταση της απόκλισης αφορά το επαγγελματικό προφίλ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Γκόφμαν δεν γνωρίζει άλλες γλώσσες πέρα από τα ρωσικά και τα εβραϊκά και θα συνομιλεί με Αμερικανούς και Δυτικούς ομολόγους του με τη βοήθεια διερμηνέα. Αντίστοιχος γλωσσικός περιορισμός αναφέρθηκε και για τον Ζίνι, ο οποίος διορίστηκε επικεφαλής της Σιν Μπετ. Η πρακτική της προηγούμενης γενιάς ηγετών της Μοσάντ, που διατηρούσαν απευθείας επαφές με την Ουάσιγκτον, αλλάζει ριζικά με αυτούς τους δύο διορισμούς. Ο Γκόφμαν έχει μόλις δύο χρόνια υπηρεσίας ως υποστράτηγος και στη σταδιοδρομία του δεν υπηρέτησε σε τομείς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της Μοσάντ, όπως η συλλογή πληροφοριών, οι ειδικές επιχειρήσεις και η διασύνδεση μεταξύ υπηρεσιών. Κατά ανώτερα στελέχη της υπηρεσίας, η προσαρμογή του θα διαρκέσει περίπου δύο χρόνια. Η εικόνα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Νετανιάχου επιδιώκει μια ευρύτερη αναδιάρθρωση της υπηρεσίας και όχι μια περιορισμένη ανανέωσή της.
Η υπόθεση Ελμακάγιες
Ο διορισμός πέρασε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Ανώτερων Διορισμών με τρεις ψήφους υπέρ και μία κατά. Ο πρόεδρός της, πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Άσερ Γκρούνις, έγραψε σε χωριστή μειοψηφούσα γνώμη ότι ο Γκόφμαν δεν είναι κατάλληλος για την ηγεσία της Μοσάντ. Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκεται μια επιχείρηση του 2022. Ο Γκόφμαν διοικούσε τότε την 210ή Μεραρχία Μπασάν, στα Υψίπεδα του Γκολάν. Αξιωματικοί των στρατιωτικών πληροφοριών υπό τη διοίκησή του μεταβίβασαν απόρρητες πληροφορίες στον 17χρονο Όρι Ελμακάγιες. Εκείνος τις δημοσίευσε στα αραβικά μέσω καναλιών του Telegram που διαχειριζόταν. Σκοπός της επιχείρησης, όπως περιγράφηκε, ήταν η διεξαγωγή εκστρατείας επιρροής κατά του Ιράν, της Χεζμπολάχ και της Χαμάς. Το εγχείρημα πραγματοποιήθηκε χωρίς άδεια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Ο Ελμακάγιες συνελήφθη από τη Σιν Μπετ ως ύποπτος κατασκοπείας, κρατήθηκε δύο μήνες σε απομόνωση και, ύστερα από 18 μήνες προσωρινής κράτησης, η δίωξη εις βάρος του έπαυσε.
Στη στρατιωτική έρευνα ο Γκόφμαν δήλωσε ότι δεν γνώριζε ούτε τη συμμετοχή του νεαρού στην επιχείρηση ούτε την ηλικία του. Ο Γκρούνις δεν έκρινε πειστική αυτή την υπεράσπιση και σημείωσε ότι, ακόμη κι αν γινόταν δεκτή ως αληθής, η υπόθεση θα κατέδειχνε σοβαρή αποτυχία στην άσκηση της διοικητικής ευθύνης. Το γεγονός ότι δύο από τα τρία μέλη που στήριξαν τον διορισμό δεν είχαν πρόσβαση στα απόρρητα έγγραφα της υπόθεσης, καθώς και ότι η μειοψηφούσα γνώμη του Γκρούνις δεν μπορούσε να δημοσιοποιηθεί ολόκληρη λόγω περιορισμών ασφαλείας, έθεσε υπό αμφισβήτηση και την ίδια τη διαδικασία λήψης της απόφασης. Μετά την οριστικοποίηση του διορισμού, ο Ελμακάγιες και το Telem–Κίνημα για την Ακεραιότητα στη Διακυβέρνηση προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωσή του. Η εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε για τις 5 Μαΐου 2026.
Δύο πρόσθετοι ισχυρισμοί που δημοσιεύθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 υποδηλώνουν ότι ο διορισμός δεν αξιολογήθηκε μόνο με επαγγελματικά κριτήρια. Ο πρώτος αφορά δημοσίευμα ότι η Σάρα Νετανιάχου πραγματοποίησε πρόσθετη συνάντηση με τον Γκόφμαν κατά τη διαδικασία επιλογής του επικεφαλής της Μοσάντ. Ο δεύτερος είναι η δήλωση του Έλι Φελντστάιν στην ανάκρισή του από τη Σιν Μπετ ότι παρέδωσε απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα στον Νετανιάχου και στον Γκόφμαν. Η συνεξέταση των δύο περιστατικών δείχνει ότι η πολιτική εμπιστοσύνη είναι εξίσου καθοριστική με την επαγγελματική επάρκεια. Η δήλωση του Φελντστάιν εντάσσεται στην έρευνα για τη «διαρροή στην Bild» και έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη δημόσια τοποθέτηση του Νετανιάχου τον Νοέμβριο του 2025, ότι δεν γνώριζε το έγγραφο πριν από τη δημοσίευσή του στα μέσα ενημέρωσης. Τον Φεβρουάριο του 2026 ο Γκόφμαν κατέθεσε στη Lahav 433 σχετικά με ισχυρισμούς που αφορούσαν τον γενικό γραμματέα του πρωθυπουργικού γραφείου Τσάχι Μπράβερμαν. Αν και δεν έχει επισήμως την ιδιότητα του υπόπτου, αποτελεί ένα από τα πρόσωπα με τα οποία διασταυρώνεται η υπόθεση.
Τι δείχνει η χρονική στιγμή του διορισμού;
Ο χρόνος είναι το βασικό στοιχείο που καθορίζει το στρατηγικό βάρος του διορισμού. Η έγκριση συνέπεσε με τις ημέρες ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ–Ιράν στο Ισλαμαμπάντ στις 10–12 Απριλίου 2026. Η ανάληψη καθηκόντων από τον Γκόφμαν στις 2 Ιουνίου 2026 τοποθετείται στο μέσον της διαδικασίας εδραίωσης της εκεχειρίας που προέκυψε μετά τον πόλεμο Ιράν–ΗΠΑ/Ισραήλ, ο οποίος άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Σε μια καμπή όπου ο ιρανικός φάκελος άρχιζε να περνά στη διπλωματική οδό, ο Νετανιάχου επέλεξε να τοποθετήσει στην ηγεσία της υπηρεσίας το πρόσωπο με τη μεγαλύτερη ροπή στη χρήση σκληρής ισχύος. Η επιλογή δείχνει ότι, είτε παραταθεί η εκεχειρία είτε όχι, μεσοπρόθεσμα η διαχείριση της μεταπολεμικής περιόδου θα γίνει όχι μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά και με επιχειρήσεις στη σκιά του.
Η δεύτερη σημαντική μεταβλητή είναι η συγκέντρωση του μηχανισμού λήψης αποφάσεων σε ένα κέντρο. Από τις 2 Ιουνίου 2026, τόσο η Μοσάντ όσο και η Σιν Μπετ θα διοικούνται από δύο πρόσωπα εκτός των υπηρεσιών που εξαρτώνται άμεσα από τον Νετανιάχου. Η τοποθέτηση του έφεδρου υποστράτηγου Νταβίντ Ζίνι στην ηγεσία της Σιν Μπετ και του Γκόφμαν στη Μοσάντ αποτυπώνει την ίδια πολιτική γραμμή σε δύο διαφορετικούς θεσμούς. Το τρίτο σκέλος του σχήματος είναι η ισραηλινή αστυνομία. Ο γενικός διευθυντής της, Ντάνι Λεβί, που διορίστηκε τον Αύγουστο του 2024 από τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, είναι γνωστός για τη σκληρή καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων του 2023. Στη θητεία του απαγόρευσε διαδηλώσεις υπέρ της εκεχειρίας, ενώ ο υπουργός μπλόκαρε για μήνες την προαγωγή του ντετέκτιβ που κατέθετε στη δίκη του Νετανιάχου για διαφθορά. Η σύνδεση της Μοσάντ και της Σιν Μπετ με το πρωθυπουργικό γραφείο και της αστυνομίας με το σκληρό άκρο του κυβερνητικού συνασπισμού υποδηλώνει ταυτόχρονη αναδιάταξη των θεσμών ασφαλείας με βάση την πολιτική αφοσίωση.
Τη συλλογική λήψη αποφάσεων στον τομέα των πληροφοριών, που αποδυναμώθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, διαδέχεται ο άμεσος έλεγχος του πρωθυπουργικού γραφείου. Η τόσο μεγάλη χαλάρωση του θεσμικού ελέγχου σημαίνει ότι οι επιχειρησιακές αποφάσεις για τον ιρανικό φάκελο θα εξαρτώνται περισσότερο από τις προτιμήσεις του πρωθυπουργικού γραφείου. Το τέταρτο μέτωπο που συμπληρώνει την εικόνα είναι η δικαιοσύνη. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιαρίβ Λεβίν δεν αναγνωρίζει τον διορισμό του Γιτζάκ Αμίτ ως προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Ιανουάριο του 2025. Αποφεύγει τη συνεργασία, υποστηρίζοντας ότι ο Αμίτ δεν κατέχει τη θέση επειδή ο Νετανιάχου δεν υπέγραψε την έγκριση. Το ζήτημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό. Κανονικά, τα μέλη της κρατικής επιτροπής που θα ερευνήσει την αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου 2023 διορίζονται από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η μη αναγνώριση του Αμίτ σημαίνει ότι η επιτροπή δεν μπορεί να συγκροτηθεί. Η κυβέρνηση προώθησε αντ’ αυτού νομοσχέδιο που θα επέτρεπε την εκλογή των μελών από την πλειοψηφία της Κνεσέτ. Η υπαγωγή της Μοσάντ και της Σιν Μπετ στο πρωθυπουργικό γραφείο, η τοποθέτηση της αστυνομίας στο σκληρό άκρο του συνασπισμού, η μη αναγνώριση του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η παρεμπόδιση της Εξεταστικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας στρατηγικής σε τέσσερα μέτωπα.
Συνέχεια στην πολιτική της Μοσάντ έναντι του Ιράν
Μία από τις πιο αξιοσημείωτες πτυχές του διορισμού είναι η διατήρηση της ίδιας στρατηγικής εκτίμησης για το Ιράν. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του CNN που επικαλείται τρεις ισραηλινές πηγές, ο Γκόφμαν υποστήριζε στις προπολεμικές συσκέψεις σχεδιασμού ότι το ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε να καταρρεύσει γρήγορα υπό στρατιωτική πίεση. Η ίδια εκτίμηση κυριαρχούσε και στη Μοσάντ υπό τον Μπαρνέα. Κατά πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, το σχέδιο που παρουσίασε ο Μπαρνέα στον Νετανιάχου και στον Ντόναλντ Τραμπ περιλάμβανε τρία στάδια. Το πρώτο αφορούσε δολοφονίες ανώτερων Ιρανών αξιωματούχων. Το δεύτερο προέβλεπε την κινητοποίηση της εσωτερικής αντιπολίτευσης μέσω επιχειρήσεων πληροφοριών. Το τρίτο επιδίωκε να προετοιμάσει την κατάρρευση του καθεστώτος με τη συσσώρευση διαδηλώσεων και εξεγέρσεων. Ο IDF δεν συμμεριζόταν αυτή τη γραμμή, προτάσσοντας την αποδυνάμωση του καθεστώτος και την ωρίμανση των συνθηκών για ένα λαϊκό κίνημα.
Στην ομιλία του για το Ολοκαύτωμα στις 14 Απριλίου 2026, ο Μπαρνέα άφησε να εννοηθεί ότι ο στόχος της αλλαγής καθεστώτος δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι η αποστολή παραδιδόταν στον διάδοχό του. Η στρατηγική εκτίμηση που διαψεύστηκε δεν οδήγησε σε θεσμική αυτοκριτική, αλλά αναπαράχθηκε ως καθορισμός αποστολής για την επόμενη περίοδο. Ο Γκόφμαν θα αναλάβει συνεχίζοντας αυτή την κληρονομιά, όχι αμφισβητώντας την.
Ποια πορεία αναμένεται την επόμενη περίοδο;
Η επίδραση της θητείας Γκόφμαν στον ιρανικό φάκελο μπορεί να παρακολουθηθεί σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι το ενδεχόμενο, αν υπάρξει εκεχειρία μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ ή αν ο πόλεμος λήξει χωρίς να παραλύσει πλήρως τη χώρα, οι βαριές ζημιές που υπέστη το Ιράν να «κακοφορμίσουν» με τον χρόνο και, σε αυτό το έδαφος, να αυξηθούν οι δολιοφθορές και οι δολοφονίες με σκοπό την αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να αναμένεται ότι η Μοσάντ θα στραφεί από επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας στο πεδίο προς συχνότερες επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας εναντίον δικτύων διοίκησης και ελέγχου και αλυσίδων εφοδιασμού.
Ο δεύτερος άξονας είναι η εντατικοποίηση των στοχευμένων δολοφονιών κατά της δομής της Χεζμπολάχ. Η εμπειρία του Γκόφμαν στα βόρεια σύνορα κατά τη διοίκηση της Μεραρχίας Μπασάν αναδεικνύεται σε παράγοντα που θα μπορούσε να διευκολύνει την αύξηση των επιχειρήσεων σε αυτό το μέτωπο.
Ο τρίτος άξονας αφορά επιχειρήσεις στον άξονα Συρίας–Ιράκ εναντίον σιιτικών πολιτοφυλακών και δικτύων επιμελητείας και εφοδιασμού που συνδέονται με το Ιράν. Η σημαντική αποδιάρθρωση αυτού του διαδρόμου στη μετα-Άσαντ περίοδο δίνει στη Μοσάντ τη δυνατότητα να παρέμβει στα δίκτυα που ανασυγκροτούνται. Επομένως, είναι πιθανή η αύξηση των δολιοφθορών και των στοχευμένων επιχειρήσεων κατά μήκος αυτού του άξονα.
Η συνεξέταση των τριών αξόνων δείχνει ότι, στη θητεία Γκόφμαν, ο ιρανικός φάκελος θα τείνει να εξελίσσεται μέσω επιχειρήσεων που βασίζονται στις πληροφορίες, παρά μέσω ανοιχτών στρατιωτικών κινήσεων.
Ο διορισμός του Γκόφμαν στην ηγεσία της Μοσάντ αποτελεί την επιλογή διευθυντή που αποκλίνει εντονότερα από την παράδοση της υπηρεσίας από το 2011. Συνδυάζει την τοποθέτηση ενός διοικητή εκτός της υπηρεσίας στην ηγεσία της, τη θεσμική διατήρηση της προσδοκίας αλλαγής καθεστώτος και την υπαγωγή του ιρανικού φακέλου στην άμεση διαχείριση του πρωθυπουργικού γραφείου.
Κάθε ένα από αυτά τα τρία στοιχεία, μεμονωμένα, θα μπορούσε να θεωρηθεί συνηθισμένη αναδιάταξη της πολιτικής ασφαλείας. Αν όμως συνεκτιμηθούν στο πλαίσιο της έρευνας για τη «διαρροή στην Bild», της παρεμπόδισης της Εξεταστικής Επιτροπής για την 7η Οκτωβρίου και της μη αναγνώρισης του προέδρου του ισραηλινού Ανωτάτου Δικαστηρίου, η επιλογή αυτή αποτυπώνει τη διάσταση ασφαλείας της στρατηγικής του Νετανιάχου να περιορίσει το πεδίο της προσωπικής του λογοδοσίας.
Η περίοδος μετά τον Ιούνιο του 2026 αναδεικνύεται σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτό το μοντέλο θα δοκιμαστεί τόσο ως προς τα επιχειρησιακά αποτελέσματά του όσο και ως προς το κόστος που θα προκαλέσει στην εσωτερική πολιτική.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στις 22 Απριλίου 2026 στο Κέντρο Ιρανικών Σπουδών (İRAM).
